Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναμνήσεις.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Κουβέντες σοφές

Πρωί – πρωί , πριν βγει ο ήλιος και πυρώσει
μονοπάτι διάβαινα, με ανήφορο το ‘χαν στρώσει
πριν φτάσω στην πρώτη κορυφή, την ξυλογαϊδάρα
τρέμουλο και σύγκρυο μ’ έπιανε, γιατί είχε αντάρα.

Παιδιά κοιμόντουσαν καταμεσής στο δρόμο
ποτέ τους δεν φοβόντουσαν τον αγρονόμο
ο Δήμος  θυμάμαι, ο Γιάννης κι ο Λάκης
κάτω από βράχους τους έβρισκα πολλάκις.

Ένα από εκείνα, θυμάμαι, τα πρωινά
κουρασμένη εμφανίζομαι από μακριά
κατάχαμα να κείτεται πουκάμισο, βλέπω μπλε
ποιος να’ ναι άραγε κάτω απ’ τον μπερέ.

Σημασία δεν δίνω, προσπερνώ και φεύγω όπως-όπως
πιο πέρα σκέφτομαι, κάποιος κοιμάται ποικιλοτρόπως
πίσω γυρίζω, πλησιάζω κοντά  και τι να δω:
ο Τελόγιαννης κοιμάται πέραν τις οχτώ.

Σήκω Γιάννη, μόνα τους τα γίδια παράτησες
τις ορμήνιες  του πατέρα σου παράκουσες
Σαν γλεντάς τη νύχτα , σπίτι να γυρνάς μετά τις έξι
μην τυχόν και παραπατήσεις , να προλάβει να φέξει.

Σαν βγαίνει ο ήλιος στου παπά το κλήμα
συνεχίζει ο Τέλης , Τότε θα ‘ναι κρίμα
στ’ αλωνάκι , στα βράχια η σελήνη σαν φτάσει
το παιδί σου με ζήλο θα έχει τον ύπνο ξεπεράσει.

Σοφές κουβέντες , όλο περίσκεψη κι υπομονή
ποιος τις άκουγε τότε με προσοχή
σαν ο Τέλης έφυγε για ταξίδι δίχως γυρισμό
τότε ο Γιάννης στοχάζεται με μαρασμό.

Ο παπάς της Δίβριτσας στο χαιρετισμό του,
το είπε ευκρινώς
απόγονο πίσω του άφησε ο Τέλης, το Γιάννη,
τίμιος και σωστός
τα σκήπτρα θέλει να του δώσει
κερί και λάδι να πιστώσει
ξέρει πως έχει κτήμα με ελιές
παραδίπλα στις πορτοκαλιές
ένα μπουκάλι λάδι τη χρονιά
θα δίνει σε κάθε εκκλησιά.


Β.Κ. (Μ.Α). 2019-06-08

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

Kουβέντα Συζυγική

Η Βαγγελιώ έσκαβε
στη Γούβα όλη μέρα
κι ο Σπύρος αγνάντευε
παίζοντας φλογέρα.

Έλα βοήθα αχρόνιαστε
μην κάθεσαι εκεί πέρα
δυο παιδιά μικρά έχουμε
να φάνε θέλουν κάθε μέρα.

Μη με μαλώνεις Βαγγελιώ
μονάχα ένα μεράκι έχω
θα μας ακούσει όλο το χωριό
κατόπιν δεν θ’ αντέχω.

Φύτευε εσύ το περιβόλι
Εγώ πάω ξύλα να μαζέψω
να βράσουμε κανα φασόλι
έχω και τα πρόβατα ν ‘αρμέξω.

Άντρα δεν κατάλαβες καλά
έχω καμιά δεκαριά αρνιά
πρέπει τούτα να ταΐσω
κι ύστερα να τα ποτίσω.

Για πες μου ρε γυναίκα
που ‘σαι έξυπνη για δέκα
σήμερα δεν είναι σχόλη
γιατί φυτεύεις περιβόλι.

Προς το παρόν άστα να ρημάξουν
τ’ αρνιά μας θέλω να βυζάξουν
έχει ο Θεός ως τη Δευτέρα
κάτι θα γίνει και εδώ πέρα.


Β.Κ. (Μ. Α).  2019-06-05

Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

Των γυναικών τα γέλια

Η Αγγέλω, η Σοφία κι η Γιωργιά
στη ράχη βγήκαν πριν τις εννιά
μακρόσυρτο βιλάρι να μαζέψουν
τον αργαλειό νωρίς να στέψουν.

Έρχεται και η Βαγγελιώ
γέλια ακούγονται σ’ όλο το χωριό
Γυναίκες, λέει, του Σταύρου η Τασία
κόλλυβα πάει στην εκκλησία.

Της Κεκέπως το φουστάνι
γύρω-γύρω τρύπες έχει κάνει
λέτε να το έφαγε ο σκόρος
ή του Σταυραντρέα ο σπόρος.

Της Σπήλιαινας οι καρυδιές
φέτος στέρφες μείναν οι καψερές
ενώ, του Καρυδόγιαννη οι κερασιές
γεμάτες καρπό είναι κι ανθηρές.

Στην κρύα βρύση η Παναγιώτα
πλένει ένα τσουβάλι χόρτα
άραγε κάτι νόστιμο να ετοιμάζει
ή το σώβρακο του Αρίστου κατεβάζει.

Παραδίπλα η Χαρίκλεια του Ρετσινά
κουρελούδες με τον κόπανο χτυπά
του Καλύβα μεγαλοπιάνεται η γυναίκα
ενοχλείται βλέπεις πριν τις δέκα.

Η Πατρίνα αλαφιασμένη ειδοποιεί
το νεροπούλο που σήμερα αργεί
η στέρνα νερό ως απάνω έχει γεμίσει
Χαρίλαε,φώναξε την Πηνελόπη να ποτίσει.

Κυνηγά στης Μυρόνας την αυλή
η Σουλτάνα τον Ντέρτη πρωί- πρωί
άντρα μου έλα, κάθισε εδώ
στο διάσελο δεν μπορώ να ‘ρθω.

Μαλλιά ξαίνει η Χρυσούλα
την Κανέλα φωνάζει η Νικούλα
στο παραθύρι βγαίνει η Διαμάντω
στου Μόνια τον κήπο κάνει κουμάντο.

Του Σπηλιάκου τη Γιωργούλα
πόνοι την έπιασαν στα ούλα
τρέχει, στο Δήμο πάει
με την τανάλια το δόντι της χαλάει.

Η Δήμαινα η καημένη
φωνάζει λυπημένη
σήμερα Γιωργούλα μη φας
τα δόντια σου να τα φυλάς.

Στ’ αλωνάκι η Βλαγκοπούλου Αμαλία
φορώντας μαύρη κελεμπία
με ανυπομονησία τον ταχυδρόμο καρτερεί
παιδιά έχει η καημένη στην Αμερική.

Του Γιούτσου η κυρά- Διονυσία
αγναντεύει σκεφτική απ'την πλατεία
ταξίδι ετοιμάζεται να κάνει αλαργινό
πολύ μακριά θα στήσει το νοικοκυριό.

Του Βαρδόγιαννη η Κρίνα
κλέγοντας ξεκίνησε για την Αθήνα
το Γιάννη ψάχνει εδώ και καιρό στο Μύλο
που κλέφτηκε κρυφά με τη Βασίλω.

Του Λαζουρά η γυναίκα, η Βακώ
απ’ το πρωί ψάχνει σ’ όλο το χωριό
στου Τσεκουλογιώργη το σπίτι πάει
την κόρη του την Ολυμπία ρωτάει.

Η μάννα σου Ολυμπία που ξενυχτά
κάθε βράδυ με φακό τη βλέπω να γυρνά
Στην πεθερά της την Αντρίκαινα πηγαίνει
ψήφισμα με συμβούλιο κάθε βράδυ βγαίνει.

Του μπαρμπα- Νίκου η Θοδώρα
από βραδύς ετοιμάζει πλούσια δώρα
την κόρη της την Λαμπρινή παντρεύει
τα ταψιά και τα τεντζερέδια της σμιλεύει.

Τα νέα συνεχίζει, η Βαγγελιώ να λέει
απ’ τα γέλια κατουρήθηκε και κλαίει
γυναίκες, τι να πούμε η ώρα να περάσει
η Ευθυμία ξύπνησε πρωί αυγά να βράσει.

Ακούτε Γυναίκες ,ένα έχω να σας ειπώ
η Θανάσω λέει, θέλω να παντρευτώ
μα ο Καπετάνιος επίμονα αρνείται
ψάχνει για κότες στα ρέματα, φυλαχτείτε.

Κάπως έτσι, ευχάριστα πέρασε η ώρα
χαμπάρι δεν πήραν, έπιασε μπόρα
στου Νιόνιου το μπαλκόνι τρυπώνουν
τα ράσα του παπα- Νίκου φουντώνουν.

Β.Κ. (Μ.Α). 2019-06-04